Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2008

η μπλοκαρισμένη κοινωνία και η επιστροφή της πολιτικής


Δεν προσθέτουμε κάτι καινούργιο στη δημόσια συζήτηση υποστηρίζοντας πως ζούμε σε μια «μπλοκαρισμένη κοινωνία», δηλαδή «μία κοινωνία όπου η αναγκαιότητα αλλαγών είναι εμφανής, όχι μόνο στους πολίτες, αλλά και σε κάθε ενημερωμένο παρατηρητή- ωστόσο ο συντηρητισμός, τα κατεστημένα συμφέροντα, ή και τα δύο, αποτρέπουν την εμφάνιση των αναγκαίων αλλαγών». (Άντονυ Γκίντενς, Europe in the Global Age, Polity Press, 2007).

Η ολιγοπωλιακή και καρτελοποιημένη διάρθρωση των εγχώριων αγορών, η «κλειστή» πολιτική αγορά, οι ισχυρές συντεχνίες και το πελατειακό σύστημα, διαμορφώνουν συνθήκες θερμοκηπίου, όπου οι δυνατότητες απρόσκοπτης δράσης των ατόμων είναι περιορισμένες και εν πολλοίς προκαθορισμένες. Αυτό το ελληνικό μοντέλο «παρεοκρατικού» καπιταλισμού αναπαραγόταν σχεδόν άκοπα στο βαθμό που απολάμβανε την ανοχή, αν όχι και τη σιωπηλή συναίνεση, της κοινωνίας καθώς, ο θεσμός της οικογένειας λειτούργησε ως «μαξιλάρι» και οι προσδοκίες κοινωνικής και οικονομικής ανόδου ατόμων και ομάδων εκτόνωσαν τις κοινωνικές εντάσεις.

Για τον Γκίντενς, όσο μεγαλύτερο είναι το μπλοκάρισμα, τόσο περισσότερο αισθητή πρέπει να γίνεται η κρίση ώστε να επέλθουν μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Και η σημερινή εποχή των χαμηλών και ολοένα μειούμενων προσδοκιών καθιστά κάτι παραπάνω από αισθητή την αναγκαιότητα αλλαγών στο ακολουθούμενο μοντέλο ανάπτυξης.

Καθώς η επερχόμενη οικονομική κρίση απειλεί να δημιουργήσει «άλλη μια χαμένη γενιά» (Polly Toynbee, The Guardian, 4.11.2008), οι πρώτες συνέπειες αφορούν στη κοινωνική κινητικότητα. Γνωρίζουμε πως όσοι μπαίνουν στην αγορά εργασίας σε περιόδους ύφεσης απολαμβάνουν συγκριτικά μικρότερες απολαβές σε σχέση με όσους εισέρχονται στην αγορά εργασίας σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης. Συγκριτικά καλύτερα τα καταφέρνουν όσοι έχουν αποκτήσει τις κατάλληλες δεξιότητες- και δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στις χαμένες ευκαιρίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Σήμερα βιώνουμε την ταυτόχρονη κάθοδο του οικονομικού και του πολιτικού κύκλου, όπου η οικονομική ύφεση συναντά την εκκωφαντική απουσία της πολιτικής. Η απαξίωση του υφιστάμενου πολιτικού προσωπικού επιτείνει την αίσθηση του αδιέξοδου που γεννά η οικονομική δυσπραγία και δημιουργεί πίεση για αλλαγές.

Αρχίζουμε πλέον να αντιλαμβανόμαστε τις συνέπειες της, προσβλητικής για τους πολίτες και τη λειτουργία της δημοκρατίας, αδράνειας των κυβερνήσεων των τελευταίων ετών, που αναγόρευσαν την απραξία σε πολιτική πρόταση και τη κενότητα του λόγου σε ιδεολογικό στίγμα. Τα τραγικά δημόσια οικονομικά δεν επιτρέπουν την άσκηση κεϋνσιανών πολιτικών τόνωσης της ζήτησης ακόμη και έπειτα από μια πιθανή χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας. Και οι μεταρρυθμίσεις που θα έπρεπε να έχουν γίνει στη φάση ανόδου του οικονομικού κύκλου, όταν και θα υπήρχαν τα περιθώρια απορρόφησης των κοινωνικών κραδασμών, σήμερα ενδεχομένως να χειροτερεύσουν τα πράγματα σε κάποιους τομείς (π.χ. μέτρα ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας σε περιόδους ύφεσης θα σημάνουν περισσότερες απολύσεις, τη στιγμή που το ποσοστό ανεργίας είναι απαράδεκτα υψηλό).

Οι διαχειριστικές λογικές του υφιστάμενου πολιτικο-οικονομικού συστήματος εξάντλησαν πια τα όρια τους. Η ταχύτερη έξοδος από την οικονομική κρίση και η είσοδος σε ένα νέο κύκλο οικονομικής ανόδου, προϋποθέτουν νέες ιδέες, σύγχρονες αντιλήψεις και πολιτική βούληση. Γνωρίσματα στα οποία, δυστυχώς, το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν μας έχει συνηθίσει. Ποιες είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που θα προωθήσουν το έργο των μεταρρυθμίσεων διασφαλίζοντας παράλληλα τη κοινωνική συνοχή; Και στο επίπεδο της εφαρμοσμένης πολιτικής, πώς θα προωθήσουν τον ανταγωνισμό στις αγορές σε συνθήκες υψηλής απασχόλησης και κοινωνικής αλληλεγγύης;

Καθώς λοιπόν καθίσταται πλέον επιτακτική η αναζήτηση διεξόδου από τη κρίση που απειλεί να βυθίσει τη χώρα στη χειρότερη ύφεση των τελευταίων δεκαετιών, ήρθε η ώρα να επιστρέψει η πολιτική στο προσκήνιο και να αποχωρήσουν οι βαριεστημένοι και βαρετοί απολογητές της μπλοκαρισμένης κοινωνίας μας.



*Δημοσιεύτηκε στη Προοδευτική Πολιτική και το e-rooster.


Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2008

σχεδίασμα φιλελευθερισμού

βιβλιοπαρουσίαση







Φρίντριχ Α. Χάγιεκ, Το Σύνταγμα της Ελευθερίας, εκδόσεις Καστανιώτη (κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες)


Χρειάστηκε περίπου μισός αιώνας προκειμένου το μνημειώδες Το Σύνταγμα της Ελευθερίας του κορυφαίου φιλελεύθερου διανοητή του εικοστού αιώνα Φρίντριχ Χάγιεκ να βρει το δρόμο του στο άνυδρο ιδεολογικά τοπίο της εγχώριας βιβλιοπαραγωγής, αν και η σύλληψη και συγγραφή του συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με τη χώρα μας.

Για όσους αρέσκονται σε ανεκδοτολογικά στοιχεία, το χειμώνα και την άνοιξη του 1954-55, ο Χάγιεκ ταξίδεψε, με αυτοκίνητο και με τη συντροφιά της δεύτερης συζύγου του Έλενας, στην Ελλάδα και την Ιταλία, επαναλαμβάνοντας την αντίστοιχη διαδρομή που ακριβώς έναν αιώνα πριν ακολούθησε ο John Stuart Mill και καταλήγοντας στην Αίγυπτο όπου παραδίδει τις περίφημες διαλέξεις του Καϊρου. Στόχος του ήταν όχι μόνο να επαναλάβει τα βήματα του σπουδαίου βρετανού φιλοσόφου (και με τις περισσότερες αναφορές στο Σύνταγμα της Ελευθερίας) αλλά και να μελετήσει την ανάπτυξη εθιμικών κανόνων σε αγροτικές προ-βιομηχανικές κοινωνίες όπως η ελληνική της εποχής εκείνης.

Λίγη σημασία όμως έχουν αυτά. Περισσότερο σημαντικό είναι πως, το φιλομαθές αναγνωστικό κοινό της χώρας μας μπορεί πλέον να απολαύσει ένα κλασσικό έργο της νεότερης πολιτικής φιλοσοφίας που παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο σε μια εποχή που αναζητά απαντήσεις σε νέα πιεστικά ερωτήματα.




Ο «Κάρολος Μαρξ του φιλελευθερισμού», σύμφωνα με τον γάλλο διανοητή Γκι Σορμάν, αν με το εξίσου σημαντικό έργο του Δρόμος προς τη Δουλεία πρόσφερε ένα φιλελεύθερο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, μία πολεμική δηλαδή υπέρ της βαλλόμενης ανοιχτής κοινωνίας σε αντίστοιχες ταραγμένες περιόδους, με το Σύνταγμα της Ελευθερίας ο Χάγιεκ φιλοδοξούσε να προσφέρει, σύμφωνα με τον ίδιο, τον Πλούτο των Εθνών για τον εικοστό αιώνα.

Ο Χάγιεκ υπήρξε υπεύθυνος σε καθοριστικό βαθμό για την αναστροφή του κυρίαρχου διανοητικού ρεύματος του κεϋνσιανού παρεμβατισμού και τη δυναμική επανεμφάνιση των αρχών του κλασσικού φιλελευθερισμού («νεοφιλελευθερισμός») που τη δεκαετία του ’80 κωδικοποιήθηκαν στον αγγλοσαξονικό χώρο με τον όρο Συντηρητική Επανάσταση. Αν και δεν ποτέ έφτασε την εκδοτική επιτυχία του Δρόμου προς τη Δουλεία, η επιρροή του Συντάγματος της Ελευθερίας υπήρξε αποφασιστική στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής. Σύμφωνα με τη Μάργκαρετ Θάτσερ, «όλες οι απαντήσεις βρίσκονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου».

Ωστόσο, ο Χάγιεκ δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση του οικονομικού φιλελευθερισμού. Αντίθετα, επιχείρησε να διαμορφώσει μία ολοκληρωμένη φιλοσοφική θεώρηση της φιλελεύθερης κοινωνίας. Η εργασία του στο χώρο των δικαιακών θεσμών συνενώνει το διεπιστημονικό ενδιαφέρον του στα πεδία των οικονομικών, της μεθοδολογίας και της ψυχολογίας, απαύγασμα της οποίας υπήρξε το Σύνταγμα της Ελευθερίας που ολοκληρώθηκε σε μία περίοδο τεσσάρων ετών, με τη συμπλήρωση των εξήντα χρόνων του.

Σε καμία περίπτωση βέβαια, ο Χάγιεκ δεν επιχείρησε να προσφέρει ένα λεπτομερές σχέδιο δράσης (blue-print) για την πραγμάτωση της κοινωνίας της ελευθερίας. Τουναντίον, το σύνολο του έργου στρέφεται κατά αυτού που αποκαλούσε ορθολογικό κονστρουκτιβισμό (απόρροια των υπερβολών του καρτεσιανού ορθολογισμού), την αντίληψη δηλαδή πως το σύνολο της κοινωνικής ζωής μπορεί να αναχθεί σε κοινωνικούς νόμους εύκολα κατανοήσιμους.

Το κύριο μέλημα του είναι να μελετήσει τους τρόπους με τους οποίους η διασπασμένη και ατελής ανθρώπινη γνώση θα κινητοποιηθεί αποτελεσματικότερα προς όφελος των ανθρώπινων κοινωνιών.

Έτσι, το αποτέλεσμα της εργασίας του προκρίνει την ανθρώπινη δράση έναντι του σχεδιασμού, τις αποκεντρωμένες και αθέλητα συντονισμένες δράσεις των ατόμων έναντι των απρόσωπων και συγκεντρωτικά κατευθυνόμενων παρεμβάσεων κοινωνικής μηχανικής.

Στη πολιτική διακυβέρνηση είναι ακριβώς αυτά τα όρια της γνώσης που σηματοδοτούν το εύρος των δυνατών και επιθυμητών παρεμβάσεων των κυβερνώντων στην οικονομική και κοινωνική σφαίρα.

Ο Χάγιεκ αρθρώνει τη σκέψη του γύρω από έναν φιλελεύθερο συνταγματισμό που λειτουργεί ως ένα «μετα-πλαίσιο» (meta-context) που επιτρέπει την ανάπτυξη πολλαπλών πλαισίων ελεύθερης δράσης των ατόμων ώστε να επιτυγχάνεται η ανεμπόδιστη και απρόσκοπτη στοχοθεσία τους.

Για τον επιφανέστερο στοχαστή του φιλελευθερισμού στον περασμένου αιώνα, η κοινωνική τάξη προϋποθέτει σταθερούς «κανόνες του παιχνιδιού» ώστε να προκαλείται ψυχολογική ασφάλεια και σχετική σιγουριά των μελών μιας κοινωνίας για το άδηλο μέλλον, κάτι που θα ενισχύσει τη παραγωγική δραστηριότητά τους. Έτσι, οι κανόνες και οι νόμοι (rules and laws) δεν περιορίζουν αλλά αντίθετα προάγουν την ατομική και κοινωνική ελευθερία. Και πάνω σε αυτή ακριβώς τη βάση- δηλαδή της μεγιστοποίησης της ελευθερίας επιλογών- ο Χάγιεκ τοποθετεί το κριτήριο της ορθότητας και της ωφελιμότητας τους για το κοινωνικό σύνολο.

Στο Δίκαιο, Νομοθεσία και Ελευθερία (Law, Legislation and Liberty, 1973-79, 3 τόμοι, αμετάφραστο) που ακολούθησε σταδιακά στα επόμενα χρόνια, ο Χάγιεκ εξελίσσει τις ιδέες που ανάπτυξε στο Σύνταγμα της Ελευθερίας.

Ο Χάγιεκ δεν συμμεριζόταν τον αντι-ουτοπισμό πολλών φιλελεύθερων διανοητών. Τουναντίον, ο αυστριακός φιλόσοφος πάντοτε υπεραμυνόταν της ανάγκης διαμόρφωσης μίας φιλελεύθερης ουτοπίας, στην απουσία της οποίας έβλεπε τον περιορισμό της εμβέλειας των φιλελεύθερων αντιλήψεων. Η χαγιεκιανή φιλελεύθερη συνταγματική ουτοπία ομοιάζει από πολλές πλευρές με τη «μετα-ουτοπία» του αμερικανού αναρχο-φιλελεύθερου πολιτικού φιλοσόφου Robert Nozick, όπως αυτή διατυπώνεται στο έργο του Αναρχία, Κράτος και Ουτοπία (Anarchy, State and Utopia, 1974, επίσης αμετάφραστο στα ελληνικά)

Αξίζει ιδιαίτερα να σταθούμε στο τρίτο μέρος του βιβλίου που αναφέρεται στο κοινωνικό κράτος καθώς αποτελεί τη κυριότερη πηγή παρεξηγήσεων όχι μόνο της σκέψης του Χάγιεκ αλλά και της σύγχρονης φιλελεύθερης σκέψης. Ο Χάγιεκ απευθύνεται στους αδογμάτιστους φιλελεύθερους εξηγώντας πως οι προνοιακές ρυθμίσεις δεν είναι a priori ασυμβίβαστες με την ελευθερία και θεμελιώνοντας τη διάκριση ανάμεσα σε σοσιαλισμό και κοινωνικό κράτος. Μια προκλητική θέση που προκάλεσε μεταξύ άλλων την αντίδραση του μέντορα της σχολής των Αυστριακών Οικονομικών Ludwig von Mises και δυστυχώς φαίνεται πως έχει ξεχαστεί όχι μόνο από τους επικριτές αλλά και από αρκετούς θιασώτες του έργου του.

Τέλος, στο επίμετρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο Γιατί Δεν Είμαι Συντηρητικός ο Χάγιεκ υπογραμμίζει τις καταστατικές και θεμελιώδεις αντιθέσεις ανάμεσα στο φιλελευθερισμό και τον συντηρητισμό καταλογίζοντας στον δεύτερο έλλειψη καθαρών αρχών και ιδεολογικής πυξίδας, γεγονός που τον καθιστά έρμαιο του κυρίαρχου κάθε φορά διανοητικού ρεύματος. Σύμφωνα μάλιστα με το βιογράφο του Alan Ebenstein (Friedrich Hayek- Α Biography, 2001), εάν έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, την εποχή της συγγραφής του Συντάγματος της Ελευθερίας, ο Χάγιεκ αναμφίβολα θα συμπαρατασσόταν με την Αριστερά.

Εύστοχες οι εισαγωγικές παρατηρήσεις του υπεύθυνου της σειράς Δημήτρη Ποταμιάνου που συμπληρώνουν την εξαιρετικά φροντισμένη έκδοση των εκδόσεων Καστανιώτη. Ελπίζουμε να υπάρξει ανάλογη συνέχεια στις ελληνικές εκδόσεις κλασσικών έργων της φιλελεύθερης γραμματείας ώστε να σηκωθεί το πέπλο της άγνοιας που καλύπτει ένα μεγάλο κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας των πολιτικών ιδεών. Είναι γνωστό άλλωστε πως οι ιδέες έχουν συνέπειες και ακριβώς σε αυτή την άγνοια στηρίζεται εν πολλοίς η καχυποψία, ενίοτε δε και η ανοιχτή εχθρότητα μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινής γνώμης απέναντι στους θεσμούς της ανοιχτής κοινωνίας και οικονομίας. Άραγε, ζητούμε πολλά;


* Δημοσιεύτηκε στη Προοδευτική Πολιτική και το e-rooster.



Τετάρτη, Νοεμβρίου 05, 2008

ο Χάγιεκ και ο οικονομικός παρεμβατισμός

«Σε μπελάδες δεν μας βάζουν τα πράγματα που δεν γνωρίζουμε.

Σε μπελάδες μας βάζουν εκείνα που δεν γνωρίζουμε σωστά»

Artemius Ward

Το έργο του αυστριακού οικονομολόγου Φρίντριχ φον Χάγιεκ (1899-1992) δεν συναντάται συχνά στη πολιτική συζήτηση της χώρας μας. Κι όταν το όνομα του απαντάται στις σελίδες των ημιμαθών δημοσιολογούντων των εγχώριων ΜΜΕ, τούτο γίνεται προκειμένου να καταδειχθεί η, κατ’ αυτούς, επιστημονική του ανεπάρκεια και η ορθότητα των απόψεων των αντιπάλων του.

Έτσι σήμερα, εν μέσω της διεθνούς χρηματιστηριακής κρίσης, στο πρόσωπο του Χάγιεκ ηττάται ο «νεοφιλελευθερισμός» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτός ο πολυφορεμένος όρος). Και αντίστροφα, στο πρόσωπο του μεγάλου αντιπάλου του Τζων Μέυναρντ Κέινς «θριαμβεύει» ο κρατικός παρεμβατισμός- αν και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν το φάντασμα του δεύτερου μας εγκατέλειψε ποτέ.

Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πως ο Χάγιεκ ποτέ δεν υπήρξε ενάντιος στην οικονομική παρέμβαση per se. Τουναντίον, ο προσεκτικός αναγνώστης του έργου του θα συναντήσει πλείστες όσες αναφορές στη νομιμοποίηση της οικονομικής παρέμβασης, πάντοτε όμως υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις.

Σύμφωνα λοιπόν με το διανοητή που αναζωογόνησε το φιλελευθερισμό στον εικοστό αιώνα, «το φιλελεύθερο επιχείρημα ευνοεί την καλύτερη δυνατή χρήση των δυνάμεων ανταγωνισμού ως μέσο συντονισμού των ανθρώπινων προσπαθειών, δεν επιθυμεί όμως να αφεθούν τα πράγματα ακριβώς όπως είναι…Δεν αρνείται, αλλά αντίθετα δίνει έμφαση στο ότι, για να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός ευεργετικά, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα προσεκτικά επεξεργασμένο νομικό πλαίσιο και ότι ούτε οι προγενέστεροι ούτε οι μεταγενέστεροι νόμοι δεν είναι απαλλαγμένοι από σοβαρά μειονεκτήματα. Ούτε αρνείται ότι όπου είναι αδύνατο να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που είναι απαραίτητες για να καταστήσουμε τον ανταγωνισμό αποδοτικό, πρέπει να καταφύγουμε σε άλλες μεθόδους για την καθοδήγηση της οικονομικής δραστηριότητας» (Ο Δρόμος προς τη Δουλεία, εκδόσεις ΚΠΕΕ, 1985 [1944], σελ. 60-61).

Τι ακριβώς όμως απέρριπτε ο Χάγιεκ;

Ο Χάγιεκ συμμετείχε με ένταση στην επιστημονική διαμάχη του μεσοπολέμου για τη δυνατότητα μιας κεντρικά αποτελεσματικότερης διαχείρισης των οικονομικών πόρων (social calculation debate) επιχειρώντας να καταρρίψει τις αιτιάσεις των θεωρητικών του «σοσιαλισμού της αγοράς» (market socialism), όπως ο Oskar Lange, για την υπαρκτή δυνατότητα προσεκτικού σχεδιασμού των αγορών με στόχο την επίτευξη συνθηκών τέλειου ανταγωνισμού- σταθερής ισορροπίας.

Για τον αυστριακό διανοητή, η δυναμική φύση του πραγματικού κόσμου όπου η «διαρκής αλλαγή είναι ο κανόνας» («Socialist Calculation: the Competitive Solution», 1940) δεν επιτρέπει τον αποτελεσματικό σχεδιασμό για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Η ατελής γνώση, η διάσπαρτη πληροφόρηση, η προσαρμοστικότητα των ατόμων στο περιβάλλον και ο ρόλος της επικοινωνίας και των αντιλήψεων (The Sensory Order, 1952) που καθιστούν προβληματική την έννοια του homo economicus, οδήγησαν τον Χάγιεκ να απορρίψει τον «ορθολογικό κονστρουκτιβισμό» (rational constructivism) των νέο-κλασσικών οικονομικών. Για τον Χάγιεκ και τη σχολή των αυστριακών οικονομικών, ο μηχανισμός των τιμών είναι ο ασφαλέστερος τρόπος οικονομικού υπολογισμού και ο μηχανισμός των τιμών προϋποθέτει τις αγορές.

Είναι πιθανό πως, αν ζούσε σήμερα ο Χάγιεκ θα έπαιρνε σθεναρή θέση απέναντι στις κοντόθωρες παρεμβατικές επιλογές του πολιτικού προσωπικού που αναπαράγουν το σύστημα του «παρεοκρατικού καπιταλισμού» (crony capitalism) και των επίδοξων μαθητευόμενων σχεδιαστών των χρηματιστηριακών αγορών, που απειλούν να προσδώσουν στη τωρινή διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση χαρακτηριστικά μακροχρόνιας οικονομικής ύφεσης. Και εξίσου πιθανό είναι πως, θα μελετούσε προσεκτικά τα αίτια και την εξέλιξη (το ιστορικό) της κρίσης ώστε να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων πολιτικών και οικονομικών θεσμών σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο στην οργάνωση τη και διαχείριση των χρηματιστηριακών αγορών.

Και κατέληγε στο Δρόμο προς τη Δουλεία πως, «…το είδος του σχεδιασμού εναντίον του οποίου κατευθύνεται η κριτική μας είναι ο σχεδιασμός εναντίον του ανταγωνισμού- ο σχεδιασμός που προορίζεται να υποκαταστήσει τον ανταγωνισμό…Αλλά αφού ο τωρινός τρόπος χρήσης του όρου “σχεδιασμός” έχει γίνει συνώνυμος του προηγούμενου είδους σχεδιασμού (δηλαδή σχεδιασμός εναντίον του ανταγωνισμού), μερικές φορές θα είναι αναπόφευκτο, χάρη συντομίας, να αναφερόμαστε σ’ αυτόν τον όρο απλώς σαν σχεδιασμό, έστω κι αν αυτό σημαίνει να αφήνουμε στους αντιπάλους μας μια καλή λέξη που αξίζει να έχει καλύτερη μοίρα» (σελ. 68-69).

Προφανώς η συζήτηση για τον τις ορθές μορφές παρέμβασης στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τη συμβολή των φιλελεύθερων διανοητών δεν μπορεί να εξαντληθεί στις γραμμές αυτού του σημειώματος. Είναι όμως χρήσιμο να γνωρίζουμε τουλάχιστον τι ακριβώς αντιμαχόμαστε και τι υπερασπιζόμαστε. Διαφορετικά η θεωρία δεν έχει καμία αξία και απλά αναπαράγουμε τις προκαταλήψεις μας και, ειδικά στη χώρα μας, τη δεδομένη επιφυλακτικότητα, αν όχι εχθρότητα, προς την αγορά.


* Δημοσιεύτηκε στη Προοδευτική Πολιτική και το e-rooster.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 09, 2008

ημέρες φιλελευθερισμού

Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2008

εθνικές αφηγήσεις και φαντασιακές κοινότητες

«Δεν υπάρχει πουθενά το Χρυσόμαλλο Δέρας. Μα υπάρχει το ταξίδι της Αργώς.»

Γ. Θεοτοκάς, Αργώ


Στάθης Γουργουρής, Έθνος-όνειρο- Διαφωτισμός και θέσμιση της σύγχρονης Ελλάδας, εκδόσεις Κριτική, 2007, 400 σελ.

Robert Shannan Peckham, Εθνικές Ιστορίες, Φυσικά Κράτη- Εθνικισμός και Πολιτική του Τόπου στην Ελλάδα, εκδόσεις Ενάλιος, 2008, 340 σελ.



Εάν κάτι εντυπωσιάζει τον ουδέτερο παρατηρητή των εξελίξεων της πολύχρονης διελκυστίνδας γύρω από την ονομασία της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, τούτο είναι σίγουρα πως η επιχειρηματολογία της ελληνικής διπλωματίας αρθρώνεται γύρω από ιστορικά «δίκαια» και «δικαιώματα» και λιγότερο γύρω από ζητήματα κρατικής και εδαφικής κυριαρχίας, όπως φυσιολογικά θα ανέμενε κάποιος. Η εξωτερική μας πολιτική δαπανά σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο ώστε «να μας καταλάβει» η διεθνής κοινότητα, κατανοώντας πως «το όνομα μας είναι η ψυχή μας». Πρόκειται για εγχείρημα μάλλον ανέφικτο καθώς, όσοι βρίσκονται πέρα από τον εθνοτικό εθνικισμό και την «εθνογραφική νόσο» των Βαλκανίων, αδυνατούν να αντιληφθούν τις υπόρρητες συνδηλώσεις της λέξης «Μακεδονία» για τους Έλληνες.

Ωστόσο, τίποτε από τα παραπάνω δεν θα παραξένευε τον αναγνώστη του εξαίρετου έργου του Στάθη Γουργουρή, Έθνος-όνειρο- Διαφωτισμός και θέσμιση της σύγχρονης Ελλάδας, που αρχικά κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1996. Ο συγγραφέας και καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Columbia των ΗΠΑ, ανατέμνει το ελληνικό εθνι(κιστι)κό φαινόμενο ως προϊόν ιστορικο-κοινωνικής φαντασίας παρά ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικο-οικονομικών θεσμών.

Και το ακαδημαϊκό πεδίο των ενδιαφερόντων του, η συγκριτική λογοτεχνία, είναι ίσως το πλέον κατάλληλο να μελετήσει και ερμηνεύσει τους τρόπους συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων, στο βαθμό που τα έθνη συνιστούν κυρίαρχες «αφηγήσεις». Ο γάλλος ιστορικός φιλόσοφος Ερνέστ Ρενάν έγραψε στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, εποχή συγκρότησης των σύγχρονων κρατών-εθνών και ανόδου των εθνικιστικών κινημάτων πως, η λήθη και το ιστορικό λάθος αποτελούν βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης κάθε έθνους. Αποσιωπήσεις, τυχαιότητες, παραλείψεις, ρωγμές- κυρίως όμως α-συνέχειες- καθορίζουν και ανα-καθορίζουν αδιάλειπτα στο Χρόνο τις εθνικές αφηγήσεις. Ο μύθος και η επιλεκτικότητα της μνήμης/λήθης είναι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά σε κάθε εθνική αφήγηση και η ελληνική δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.

Ο Στ. Γουργουρής προχωρά πέρα από τη σύλληψη των εθνών ως «φαντασιακές κοινότητες» (Benedict Anderson) και επιχειρεί να συλλάβει τις εθνικές αφηγήσεις ως όνειρα. Για το σκοπό αυτό δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τα μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης που προσφέρει η ψυχανάλυση, από τη φροϋδική θεωρία των ονείρων έως (και κυρίως) τη «φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» του Κορνήλιου Καστοριάδη.

Ο συγγραφέας δεν αναζητά την «ουσία» της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, κάτι που θα τον εγκλώβιζε στις ατέρμονες συζητήσεις περί της «ελληνικότητας», αλλά αντίθετα ενδιαφέρεται για το πώς μορφοποιείται η εθνική αφήγηση. Αναπόφευκτα καλείται να προσεγγίσει τη διαλεκτική σύνθεση του νέο-ελληνικού Διαφωτισμού με τον ευρωπαϊκό. Έτσι, η ελληνική ταυτότητα δεν είναι μόνο ότι φαντασιώθηκαν οι έλληνες αλλά και ότι ονειρεύτηκαν οι ευρωπαίοι (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «ελληνικοί» πίνακες του Ντελακρουά). Γράφει χαρακτηριστικά στο εξαιρετικό κεφάλαιο «Η τιμωρία του Φιλελληνισμού» πως, όταν ο Ρενάν θα βρεθεί στους στην Ακρόπολη «θα αναφωνήσει: Ήταν στην Αθήνα το 1865 που ένιωσα για πρώτη φορά μια ισχυρή οπισθοδρομική ορμή, αποτέλεσμα μιας δροσερής και αναζωογονητικής αύρας που έρχεται από μακριά. Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για την υπερβολική εξομολόγηση μιας φιλολογικής ψυχής που λαχταρά την υλικότητα του παρελθόντος, αλλά το κρίσιμο είναι ότι για μια ακόμα φορά η σκιά της “μεταπτωτικής στιγμής” μετεωρίζεται πάνω από τα ερείπια της Αθήνας. Η πόλη καθίσταται και πάλι τόπος μνήμης, τόπος ενός οπισθοδρομικού βλέμματος, το οποίο επιβάλλει το παρελθόν-παρόν του ως μήτρα που διέπει την ψυχή και τον πολιτισμό των ανθρώπων» (σελ. 186).

«Συνομιλώντας» με τις μετα-αποικιακές σπουδές (postcolonial studies), ο συγγραφέας προσεγγίζει την Ελλάδα ως «ένα έθνος τοποθετημένο για πάντα στη τομή Ανατολής και Δύσης και ιδεολογικά κατασκευασμένο από την αποικιοκρατική Ευρώπη χωρίς να έχει, αυστηρά μιλώντας, ποτέ αποκιοποιηθεί». Έτσι, αυτό που εκλαμβάνεται ως αποτυχία του εκσυγχρονισμού, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αδυναμία της χώρας να συν-πορευτεί με το πολιτισμικό πρότυπο έχει διαμορφώσει στο βαθμό που, «η σύγχρονη Ελλάδα βαρύνεται, ιδιαίτερα από τις συμβολικές απαιτήσεις του μεταδιαφωτιστικού πολιτισμού, ακόμα και πέραν του υποτιθέμενου τεχνοοικονομικού μειονεκτήματός της. Προτού ακόμα υπάρξει ως έθνος, η Ελλάδα θεωρήθηκε ως η έκφραση του πολιτισμού σε μια προκαθορισμένη σύγκρουση με την (οθωμανική) βαρβαρότητα» (σελ. 105).



Ο βρετανός καθηγητής Αιγαιακών Σπουδών Ρόμπερτ Σάναν Πέκαμ, στο βιβλίο του Εθνικές Ιστορίες, Φυσικά Κράτη, προσεγγίζει κύρια τη γεωγραφική διάσταση της ελληνικής εθνικής αφήγησης. Σύνορα, χάρτες, τοπωνύμια, τοπικές γεωγραφίες, χρησιμοποιούνται σε μια προσπάθεια «φυσικοποίησης» των ορίων του έθνους. Η πολιτική γεωγραφία από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα συναντά την ιδεολογία και συνδέεται με τις ιδέες του πολιτικού ρομαντισμού, «φαντασιακής» εθνικής ολοκλήρωσης αλλά και νομιμοποίησης ιμπεριαλιστικών πολιτικών και εδαφικών διεκδικήσεων. Οι εθνικές γεωγραφίες αποτυπώνουν λιγότερο τη πραγματικότητα των υπαρκτών συσχετισμών και περισσότερο αυτό που θα ήθελαν να είναι.

Από αυτή την «εθνογραφική νόσο» δεν έχουν ακόμη καταφέρει να ξεφύγουν τα Βαλκάνια. Δεν είναι λοιπόν ανεξήγητη η ανησυχία που προκαλεί στη κοινή γνώμη, ακόμη και σήμερα, η δημοσίευση χαρτών που απεικονίζουν κατά τρόπο αμφισβητήσιμο τα συνοριακά όρια της χώρας μας. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Πέκαμ, στο κεφάλαιο με τον εύγλωττο τίτλο «Χαρτο-μανία», «η σύγχρονη βαλκανική “χαρτο-μανία”, η οποία αποτυπώνεται στη δημοσίευση αντικρουόμενων χαρτών και ιστορικών γεωγραφιών που αφηγούνται την ιστορία του έθνους και τονίζουν τις διακριτές ταυτότητες- όπως ο νέος Συνοπτικός Άτλαντας της Κροατίας ή οι χάρτες της Ενωμένης Μακεδονίας που κυκλοφορούν στην Αυστραλία και στον Καναδά- παρέχει μια ολόκληρη αποθήκη πολύτιμων πληροφοριών για τους γεωγράφους που επιθυμούν να κατανοήσουν τις διαδικασίες συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων».

Τέλος, οι καλογραμμένες σελίδες των βιβλίων των Γουργουρή και Πέκαμ, συνιστούν πέρα από δείγματα επιστημονικής αρτιότητας, πλούσιας βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης και πνευματικής εντιμότητας, πολύτιμες συμβολές στη συζήτηση για τη διαμόρφωση της «εθνικής ταυτότητας» με την οποία καλούνται να μετάσχουν οι νεοέλληνες στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Στο νέο διεθνές περιβάλλον των παγκοσμιοποιημένων κοινωνιών και αγορών, όπου τα εργαλεία και οι κατηγορίες ανάλυσης του παρελθόντος αποτελούν περισσότερο ανάχωμα κάθε προσπάθειας πολιτικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού παρά συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας, μόνο η κριτική σκέψη μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ανοιχτής και πλουραλιστικής πολιτιστικής ταυτότητας που θα βοηθήσει τους έλληνες πολίτες να πορευτούν με αυτοπεποίθηση στο μέλλον αντί της μάταιης περιχαράκωσης στην ασφαλή ψευδαίσθηση της «κλειστής» Ελλάδας.

* Δημοσιεύεται στο 10ο τεύχος του περιοδικού Presscode.

Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2008

πολιτική επιρροή και δημόσια εικόνα


Η ελληνική πολιτική ζωή έστω και καθυστερημένα βρίσκεται στον αστερισμό των επικοινωνιολόγων και των κάθε λογής spin-doctors, όπου με τη συνήθη υπερβολή του νεοφώτιστου όπου ο πολιτικός σχεδιασμός των κομμάτων έχει παραδοθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στους δημοσκόπους και τους «διαμορφωτές εικόνας» Όπως μάλιστα πληροφορούμαστε από την ειδησεογραφία, πραγματοποιούνται ακόμη και περιοδείες προκειμένου να καταγραφεί η καλύτερη δυνατή παρουσία ενόψει των προγραμματισμένων καλοκαιρινών δημοσκοπήσεων.

Φυσικά τα ελληνικά πολιτικά κόμματα δεν αποτελούν εξαίρεση. Στη Μεγάλη Βρετανία, ο νέος επικεφαλής στρατηγικής (chief strategist) του Gordon Brown και με μακρά εμπειρία στις εταιρικές δημόσιες σχέσεις (πελάτες του, μεταξύ άλλων, οι BT και οι British Airways), Stephen Carter, βρίσκει τις ομιλίες του «στομφώδεις» και αναζητά «λίγα καλά ανέκδοτα».

Έτσι, πρότεινε στον Phillip Collins, βασικό συγγραφέα ομιλιών του Tony Blair, να επανέλθει στο Νο. 10 της Downing street, προκειμένου να ενισχύσει την επικοινωνιακή ομάδα του βρετανού πρωθυπουργού. Εκείνος αρνήθηκε υποστηρίζοντας καυστικά πως ο Brown χρειάζεται μάγο κι όχι συγγραφέα ομιλιών. Και αιτιολόγησε την άποψη του με πρόσφατο άρθρο του στην έγκυρη βρετανική επιθεώρηση Prospect, υποστηρίζοντας πως το Εργατικό Κόμμα έχει εξαντλήσει τα όρια της πολιτικής επιρροής του και μόνο μια ριζική αλλαγή υποδείγματος και πολιτικής στόχευσης μπορεί να διασώσει τους βρετανούς σοσιαλδημοκράτες από το περιθώριο της Ιστορίας. Πιο συγκεκριμένα, προτείνει την εγκατάλειψη του άξονα «αριστερά-δεξιά» και τη μετατροπή των Νέων Εργατικών (New Labour) σε «νέους φιλελεύθερους» (new liberals), συμμετέχοντας κατ’ αυτό τον τρόπο στις σχετικές συζητήσεις που διεξάγονται στους κόλπους της βρετανικής σοσιαλδημοκρατίας.

Πέρα από ζητήματα λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (κατά πόσο εκφράζουν οι δημοσκοπήσεις τη λαϊκή βούληση;) και επιστημονικής αξιοπιστίας (ποια είναι τα ακριβή όρια των σχέσεων ανάμεσα σε εταιρείες πολιτικών ερευνών και πολιτικά κόμματα-πελάτες που παραγγέλνουν τις σχετικές έρευνες;), τα οποία κάποτε πρέπει να απασχολήσουν σοβαρά την εγχώρια πολιτική συζήτηση, είναι εξαιρετικά αμφίβολη η πολιτική αποτελεσματικότητα της ετεροβαρούς επικοινωνιακής στρατηγικής και συνακόλουθα η σημασία που αποδίδεται σε αυτή.

Η επικοινωνία είναι αναγκαία πλην όμως όχι απαραίτητα ικανή συνθήκη αποτελεσματικότητας του πολιτικού μηνύματος. Οι επικοινωνιολόγοι μπορούν να μεγιστοποιήσουν την εμβέλεια και την επιρροή του μηνύματος, δεν μπορούν όμως να ορίσουν ή να μεταβάλλουν το περιεχόμενό του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων της επικοινωνίας υπήρξε η πρόσφατη αναμέτρηση των Barack Obama και Hillary Clinton για το χρίσμα του υποψηφίου των Δημοκρατικών στις επερχόμενες αμερικανικές εκλογές. Μία προσεκτική ανάγνωση των προκριματικών αποτελεσμάτων (primaries) δείχνει πως τα αποτελέσματα υπήρξαν περισσότερο ή λιγότερο αναμενόμενα, παρά την εφαρμογή των πλέον προηγμένων προωθητικών ενεργειών στο χώρο της πολιτικής επικοινωνίας. Έτσι, σε περιοχές με υψηλό ποσοστό αφρο-αμερικανών και ανώτερης μόρφωσης ψηφοφόρων νικητής αναδείχθηκε ο Barack Obama, ενώ ανάμεσα στους λιγότερο μορφωμένους λευκούς, τους ισπανόφωνους κα τους κατοίκους της υπαίθρου πρώτευσε η Hillary Clinton, επιβεβαιώνοντας τις τάσεις που είχαν καταγραφεί αρκετούς μήνες πριν.

Ο γνωστός αμερικανός γλωσσολόγος George Lakoff στο βιβλίο του Moral Politics- How Liberals and Conservatives Think κάνει λόγο για «πολιτικά πλαίσια» (political frames) εντός των οποίων διεξάγεται η πολιτική συζήτηση και η οποία καθορίζεται σε αποφασιστικό βαθμό από το πολιτικό λεξιλόγιο, τη «πολιτική γραμματική» που χρησιμοποιείται. Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος Bryan Caplan στο πρόσφατο βιβλίο του The Myth of the Rational Voter- Why democracies choose bad politics, απηχώντας τη σκέψη του Schumpeter, οι ψηφοφόροι περισσότερο αντιδρούν αντανακλαστικά σε ερεθίσματα που απευθύνονται σε καλά εδραιωμένες πεποιθήσεις παρά αναλύουν τα μηνύματα που τους απευθύνονται.

Όσον αφορά στα καθ’ ημάς, η κυβέρνηση (αυτό)περιορίζεται στη διαχείριση της εικόνας, κύρια του πρωθυπουργού, θυμίζοντας τη πολιτική του αμερικανού προέδρου Dwight Eisenhower, για τον οποίο είχε εύστοχα ειπωθεί πως «το χαμόγελό του είναι η ιδεολογία του».

Στη πραγματικότητα όμως, η επικοινωνιακή επιτυχία των κυβερνητικών χειρισμών είναι σχετική καθώς συναρτάται άμεσα με την ολοφάνερη αδυναμία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να προτείνει μια αφήγηση (story) με την οποία αδυνατεί να ταυτιστεί το εκλογικό σώμα. Οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ, πχ, περί ανάκτησης του δημόσιου ελέγχου του ΟΤΕ μόνο σαν θλιβερό déjà vu του πολιτικού πρωτογονισμού της δεκαετίας του ’80 μπορούν να ιδωθούν, παρά ως αντιλήψεις συμβατές με τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα. Το σημερινό ΠΑΣΟΚ δείχνει να απευθύνεται σε ένα ακροατήριο που εν πολλοίς δεν υπάρχει υιοθετώντας πολιτικό λόγο με περιορισμένες κοινωνικές αναφορές. Αντίθετα, τα δυναμικά μεσαία κοινωνικά στρώματα φαίνεται να εγκαταλείπουν το ΠΑΣΟΚ έπειτα από τη περίοδο του σημιτικού «εκσυγχρονισμού».

Η σημερινή πολιτική αμηχανία του ΠΑΣΟΚ δεν είναι μοναδική. Αντανακλά τη κρίση στρατηγικής των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών/σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εδώ και αρκετά χρόνια. Αν σε αυτή προστεθούν η κρίση ηγεσίας και οι αρτηριοσκληρωτικές κομματικές δομές που ανακλαστικά αντιδρούν σε κάθε αλλαγή, εύκολα αντιλαμβανόμαστε το μακρύ και δύσβατο δρόμο που έχει ακόμη να διανύσει το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου ώσπου να κυβερνήσει. Μέχρι τότε, η καραμανλική ΝΔ θα βρίσκεται ένα βήμα μπροστά, προς δόξα των επικοινωνιολόγων.

* Δημοσιεύτηκε στη Προοδευτική Πολιτική και το e-rooster.

Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2008

ακρίβεια τιμών και ανταγωνισμός αγορών


Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μονεταριστής για να αντιληφθεί πως ο πληθωρισμός απειλεί την οικονομική ανάπτυξη. Πλήττει το οικονομικό περιβάλλον, εκτροχιάζει τα δημόσια οικονομικά, υπονομεύει τον οικογενειακό προγραμματισμό και το εισόδημα των πολιτών, ιδιαίτερα των ασθενέστερων στρωμάτων. Για τα ελληνικά νοικοκυριά μεταφράζεται σε απώλεια εισοδήματος της τάξης των 600 εκατ. ευρώ για το 2007 και για την ελληνική οικονομία περαιτέρω υποχώρηση της ήδη ουραγού ανταγωνιστικότητάς της στις διεθνείς αγορές.

Σήμερα ο πληθωρισμός επιστρέφει στις διεθνείς αγορές παρά την επιβράδυνση των οικονομιών των αναπτυγμένων κρατών. Ο μέσος παγκόσμιος πληθωρισμός για το 2008 υπολογίζεται στο 5,4%. Στο βαθμό που δεν αναμένεται μείωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου στα επόμενα χρόνια και άρα μείωση του «εισαγόμενου» πληθωρισμού, οι εθνικές κυβερνήσεις καλούνται να πάρουν μέτρα αντιμετώπισης των πληθωριστικών πιέσεων.

Η συγκράτηση των τιμών μέσω του «παγώματος» των μισθών είναι όχι μόνο αναποτελεσματική καθώς θα οδηγήσει σε περιορισμό της κατανάλωσης και τελικά την αγορά σε ύφεση, αλλά και κοινωνικά άδικη ιδιαίτερα για τη κατηγορία των μισθωτών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, τη στιγμή μάλιστα που το κατά κεφαλή ΑΕΠ σημειώνει οριακή απόκλιση από τον κοινοτικό μέσο όρο έπειτα από πολλά χρόνια.

Και φυσικά δεν μπορούμε να στηριχτούμε στη καλή προαίρεση των επιχειρήσεων να περιορίσουν οικειοθελώς τα περιθώρια κέρδους τους, ή να επιστρέψουμε στην οικονομικά πρωτόγονη, διοικητικά ανεφάρμοστη- αλλά και αντιβαίνουσα στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού- διατίμηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εθνικές πολιτικές αντιμετώπισης των πληθωριστικών πιέσεων περνούν αναγκαστικά από τη προώθηση του ανταγωνισμού στις εγχώριες αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Διότι οι συνεχείς ανατιμήσεις των προϊόντων στις εγχώριες αγορές (πάνω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία Eurostat) είναι κυρίως αποτέλεσμα στρεβλώσεων των αγορών και όχι της δράσης αχαλίνωτων κερδοσκόπων, όπως καταγγελτικά διατυπώνεται στο δημόσιο λόγο.

Έτσι, μία μεταρρυθμιστική πολιτική συγκράτησης του τιμάριθμου θα πρέπει να αρθρώνεται γύρω από:

- Το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και των υπό καθεστώς ομηρείας αγορών. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), τα 70 κλειστά επαγγέλματα και αγορές επιβαρύνουν το κόστος των εγχώριων υπηρεσιών πάνω από 10%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια επιβάρυνση περίπου 1000 ευρώ για κάθε ελληνικό νοικοκυριό.

- Την αυστηρή εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των αγορών, εκεί όπου απαιτείται. Στη Μεγάλη Βρετανία, το Γραφείο Δίκαιου Εμπορίου (Office for Fair Trading) διεξάγει μία από τις πλέον εκτεταμένες έρευνες σε παγκόσμιο επίπεδο στις τέσσερις μεγαλύτερες αλυσίδες τροφίμων προκειμένου να διαπιστώσει το ενδεχόμενο «συμφωνίας τιμών». Η έρευνα αφορά χιλιάδες προϊόντα και πολυεθνικές επιχειρήσεις προμηθευτών, εκτείνεται σε βάθος χρόνου και εφαρμόζει αμερικανικές αντιμονοπωλιακές τακτικές. Εδώ, οι αντίστοιχες έρευνες για τις «καρτελοποιημένες» αγορές μοιάζει να διεξάγονται στα τηλεοπτικά παράθυρα, τη στιγμή που είναι σαφές πως η Επιτροπή Ανταγωνισμού χρειάζεται ενίσχυση.

Οι δύο παραπάνω άξονες θα πρέπει να συμπληρωθούν από πολιτικές δράσεις που θα προσδώσουν στην ελληνική οικονομία το χαμένο δυναμισμό της και θα τη βάλουν σε τροχιά ενός νέου αναπτυξιακού κύκλου. Προς τούτο απαιτείται:

- Αύξηση των δημοσίων επενδύσεων στους τομείς των υποδομών (μεταφορές, επικοινωνίες). Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων παραμένει αμετάβλητο τα τελευταία χρόνια ως προς το ποσοστό του επί του ΑΕΠ.

- Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, όπως πχ. στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορών (ΔΕΗ, ΟΣΕ, Ολυμπιακή) που θα συμβάλει στη προσέλκυση επενδύσεων και τον εκσυγχρονισμό των παρεχόμενων υπηρεσιών στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον της διεθνούς οικονομίας.

Δυστυχώς οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά σε οικονομικά περιβάλλοντα κορπορατιστικού μικροκαπιταλισμού όπως το ελληνικό. Δράσεις όπως οι παραπάνω, προϋποθέτουν ξεκάθαρη στόχευση, λεπτομερή στρατηγική υλοποίησής τους και πολιτική βούληση σύγκρουσης με κατεστημένα συμφέροντα και προσοδοθηρικές ομάδες. Γνωρίσματα που ακόμη αναζητούνται στο πολιτικό προσωπικό της χώρας μας.


* Δημοσιεύτηκε στo capital , το Rooster και τη Προοδευτική Πολιτική

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2008

φιλελευθερισμός εναντίον καπιταλισμού

«Σε γενικές γραμμές, οι επιχειρήσεις δεν υπερασπίζονται την ελεύθερη οικονομία.»

Milton Friedman, Which Way for Capitalism?


Η παραπλανητική ταύτιση του φιλελευθερισμού με τον καπιταλισμό αποτελεί εξαιρετικά σύνηθες φαινόμενο. Για τη παρανόηση αυτή, ευθύνες δεν φέρουν μόνο η αντι-καπιταλιστική Αριστερά και η αντι-φιλελεύθερη Δεξιά, αλλά και οι φιλελεύθεροι που έχουν αναπτύξει ενστικτωδώς (σχεδόν μηχανιστικά, για τον Frank Van Dun) φιλο-επιχειρηματικά καπιταλιστικά αντανακλαστικά.

Ωστόσο, η αγορά (και συνακόλουθα ο φιλελευθερισμός) δεν πρέπει να συγχέονται με τον καπιταλισμό.

Ο καπιταλισμός είναι το οικονομικό σύστημα οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας που χρησιμοποιεί την επιδίωξη του οικονομικού κέρδους ως τη κινητήρια δύναμη του. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός είναι η πολιτική ιδεολογία των ελεύθερων αγορών. Καθώς δεν υπάρχει ένα καπιταλιστικό σύστημα αλλά διαφορετικά μοντέλα καπιταλισμού που αντιστοιχούν σε διαφορετικές μορφές οργάνωσης των αγορών, αντίστοιχα υπάρχουν και διαφορετικοί φιλελευθερισμοί.


Έτσι, είναι γνωστή η παλαιότερη, και μάλλον απλουστευτική, διάκριση ανάμεσα σε ρηνανικό και αγγλοσαξωνικό μοντέλο καπιταλισμού (Michel Albert, Καπιταλισμός Εναντίον Καπιταλισμού, 1993). Ακόμη ακριβέστερη είναι η διάκριση ανάμεσα σε τέσσερα βασικά μοντέλα καπιταλισμού, τον προστατευτικό (mercantilist- ασιατικές χώρες), τον ολιγαρχικό (oligarchic- Ρωσία) τον εταιρικό (big firm- Ιαπωνία, Ευρώπη) και τον επιχειρηματικό καπιταλισμό (entrepreneurial- στοιχεία του διακρίνονται στις ΗΠΑ) και βέβαια ένα πλήθος ενδιάμεσων παραλλαγών (William Baumol-Robert Litan- Carl Schramm, Good Capitalism, Bad Capitalism, 2007). Φυσικά, υπάρχουν και φιλελευθερισμοί που δεν αντιστοιχούν σε κανένα υπαρκτό καπιταλιστικό μοντέλο, όπως ο αναρχο-καπιταλισμός (David Friedman, Hans-Hermann Hoppe).



Ο κλασσικός φιλελευθερισμός και οι εκπρόσωποι του, όπως οι Adam Smith, David Ricardo και John Stuart Mill, όχι μόνο κατανοούσαν τις εννοιολογικές διαφορές ανάμεσα στις αγορές και τον καπιταλισμό, αλλά ήταν και ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στoν ασφυκτικό εναγκαλισμό των αγορών από την επιχειρηματική τάξη. Οι λιγότερο απρόσεκτοι αναγνώστες του Πλούτου των Εθνών ασφαλώς γνωρίζουν τις παρακάτω γραμμές από το έργο του θεωρητικού της ελεύθερης αγοράς και του «αόρατου χεριού»: «Οι άνθρωποι του ιδίου επαγγελματικού κλάδου σπανίως συναντώνται, ακόμη και για ψυχαγωγία, και οι συζητήσεις τους καταλήγουν σε συνωμοσία κατά του καταναλωτών, ή σε κάποια επινόηση για να αυξηθούν οι τιμές». (Ο Πλούτος των Εθνών, βιβλίο Ι, κεφάλαιο 10).


Ο Adam Smith κατανοούσε ίσως καλύτερα από κάθε άλλον ότι, οι επιχειρηματίες δεν είναι εξ ορισμού υπέρμαχοι των ανοικτών αγορών, αλλά τουναντίον συχνά τα συμφέροντά τους υπαγορεύουν να επιδιώκουν τον έλεγχο και τον περιορισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού.


Μεταφέροντας τη σκέψη του σκωτσέζου συγγραφέα στη σημερινή εποχή, οι Raghuram Rajan και Luigi Zingales, αμφότεροι καθηγητές στη Graduate School of Business του πανεπιστημίου του Σικάγο, στο βιβλίο τους με τον εύγλωττο τίτλο Σώζοντας τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές- απελευθερώνοντας τη δύναμη των χρηματοοικονομικών αγορών για τη δημιουργία πλούτου και τη διάχυση των ευκαιριών (Saving Capitalism from Capitalists- Unleashing the power of financial markets to create wealth and spread opportunity, 2003) επισημαίνουν τα προσκόμματα που θέτουν τα οργανωμένα επιχειρηματικά συμφέροντα στο άνοιγμα των αγορών.


Η προνομιακή τους θέση σε αγορές περιορισμένης-ελεγχόμενης πρόσβασης τους επιτρέπει τη βέβαιη απόκτηση προσόδων με το μικρότερο δυνατό κόστος και, αναμενόμενα, εξαντλούν κάθε δυνατότητα παρέμβασης στη διαμόρφωση-διατήρηση ευνοϊκών κανόνων που ρυθμίζουν τη λειτουργία των αγορών, κατά τρόπο αντίστοιχο με αυτόν των συντεχνιών των «κλειστών» επαγγελμάτων.


Η απάντηση των συγγραφέων σε αυτό το πρόβλημα είναι η επέκταση και όχι ο περιορισμός των αγορών, οι ενεργείς πολιτικές κρατικής παρέμβασης (μέσω φορολογικής, δημοσιονομικής, επενδυτικής, κλπ, πολιτικής) με στόχο τη προώθηση του ανταγωνισμού, την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου, τη διαρκή καινοτομία και τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων.


Για τους Razan και Zingales το ζητούμενο είναι η αναζήτηση ενός ενδιάμεσου δρόμου για τις αγορές, ανάμεσα στην ανύπαρκτη και την υπερβολική κρατική παρέμβαση. Και γράφουν σχετικά: «ενώ η απουσία κανόνων καθιστά το παίγνιο άνισο, οι υπερβολικοί κανόνες λανθασμένης κατεύθυνσης καθιστούν και πάλι το παίγνιο άνισο- μια πραγματικά ελεύθερη και ανταγωνιστική αγορά καταλαμβάνει έναν ιδιαίτερο ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στην απουσία κανόνων και στη παρουσία ασφυκτικών κανόνων. Ακριβώς επειδή ο ενδιάμεσος χώρος είναι τόσο περιορισμένος, ο καπιταλισμός είναι πολύ ασταθής. Εύκολα εκφυλίζεται σε ένα σύστημα κατεχόντων, για τους κατέχοντες, από τους κατέχοντες».


το ορατό και το αόρατο χέρι της αγοράς

Η κριτική στις μεγάλες επιχειρήσεις δεν είναι άγνωστη στις θεωρητικές συζητήσεις του φιλελεύθερου χώρου, ακόμη και- αν όχι κυρίως- στα πλέον νεοφιλελεύθερα ρεύματα του (όπως, π.χ., το Libertarian Party των ΗΠΑ) και περιστρέφεται κύρια γύρω από τις απρόσωπες μορφές οργάνωσης των σύγχρονων επιχειρήσεων που οδηγούν συχνά το μάνατζμεντ τους σε ανεύθυνες επιλογές λόγω του ελλιπούς ελέγχου και της αδυναμίας απόδοσης ευθυνών (η πρόσφατη κρίση των subprime mortgages των αμερικανικών τραπεζών είναι από πολλές πλευρές διδακτική)- κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη αρχή του φιλελευθερισμού, αυτή της ατομικής υπευθυνότητας.


Ακριβώς αυτή η αναποτελεσματική λογοδοσία (accountability) και ζητήματα όπως η συγκέντρωση μεγάλων μεριδίων της αγοράς, ο γιγαντισμός των επιχειρήσεων μέσω εξαγορών (take-overs) και συγχωνεύσεων (mergers), ο συγκεντρωτικός έλεγχος των επιχειρήσεων, κύρια γνωρίσματα του σύγχρονου εταιρικού καπιταλισμού (corporate capitalism), συχνά έρχονται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές του κλασσικού οικονομικού φιλελευθερισμού για τις αποκεντρωμένες και απρόσωπες αποφάσεις αναρίθμητων παραγωγών και καταναλωτών σε μία ελεύθερη αγορά.


Σήμερα, στη λήψη των οικονομικών αποφάσεων σε παγκόσμιο επίπεδο φαίνεται πως το ορατό χέρι των μεγάλων επιχειρήσεων (big firms) έχει αυξημένη διαπραγματευτική ισχύ με προφανείς στρεβλώσεις στις αγορές, όπως στις αγορές εργασίας.


Φαίνεται λοιπόν πως επιβεβαιώνονται οι προβληματισμοί νεοφιλελεύθερων, κύρια ευρωπαίων, διανοητών, όπως o Friedrich HayekThe Corporation in a Democratic Society», Studies in Philosophy, Politics, and Economics, 1969), o Walter Eucken και ο θεμελιωτής της σχολής τους γερμανικού νεοφιλελευθερισμού, της λεγόμενης «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» Wilhelm Ropke (Economics of a Free Society, 1963). (Για μια αναλυτική παρουσίαση των σχετικών αναζητήσεων δες, Piet-Hein Van Eeghen, «The Corporation At Issue- the class with classical liberal values and the negative consequences for capitalist practice», Journal of Libertarian Studies, vol. 19, no. 3, summer 2005).


ανοιχτές και αρρύθμιστες αγορές

Το πολιτικό συμπέρασμα των παραπάνω είναι πως, οι φιλελεύθεροι θιασώτες των ελεύθερων αγορών, στο βαθμό που επιθυμούν να προωθήσουν τις αρχές της ανοιχτής οικονομίας, θα πρέπει να είναι σε θέση να υπερασπιστούν τις ιδέες τους όχι μόνο απέναντι στους κρατιστές, αλλά και απέναντι στους καπιταλιστές που «βγάζουν κακό όνομα στον ίδιο τον καπιταλισμό» (Theodore J. Forstmann, The Paradox of the Statist Businessman). Τούτο προϋποθέτει τη διάκριση ανάμεσα σε ανοιχτές αγορές και σε αρρύθμιστες αγορές.


O Bruce Bartlett, σε άρθρο του στο Capitalism Magazine, κάνει λόγο για τις αρνητικές συνέπειες του «παρεοκρατικού καπιταλισμού» (crony capitalism) και καταλήγει υποστηρίζοντας πως, «οι πραγματικοί υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς πρέπει να μάχονται διαρκώς [τον παρεοκρατικό καπιταλισμό] όπως το σοσιαλισμό και τις λανθασμένες κρατικές παρεμβάσεις. Στη πραγματικότητα, πρέπει να τους αντιμάχονται περισσότερο επίπονα, διότι ο καπιταλισμός συχνά καταλήγει να χρεώνεται τις αναπόφευκτες συνέπειες τους- τις υψηλές τιμές, τους υψηλούς φόρους, την υψηλή ανεργία και τη καθυστερημένη ανάπτυξη».


Ανοιχτές αγορές λοιπόν εκεί που δεν υπάρχουν και κρατικές παρεμβάσεις υπέρ του ανταγωνισμού εκεί όπου απουσιάζουν οι ρυθμιστικοί κανόνες. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι αγορές θα μπορέσουν να αποδώσουν και να οδηγήσουν σε οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία με τους τρόπους που ιστορικά μόνο αυτές μπορούν να επιτύχουν. Κάθε άλλο παρά εύκολο είναι βέβαια αυτό το εγχείρημα, ειδικά στον τόπο μας όπου κυριαρχούν ο απαίδευτος λαϊκισμός, η αφόρητη κενολογία και οι μανιχαϊστικές προσεγγίσεις.

* Δημοσιεύτηκε στο e-rooster και στην ιστοσελίδα της Προοδευτικής Πολιτικής .

Παρασκευή, Μαΐου 16, 2008

αλήθειες για το φιλελευθερισμό




Στην εποχή μας, ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί πλέον αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση για την προσέγγιση των πιεστικών ζητημάτων σ’ έναν κόσμο που επηρεάζεται καταλυτικά από την παγκοσμιοποίηση των αγορών και των κοινωνιών. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως ο φιλελευθερισμός δεν αμφισβητείται. Όπως συμβαίνει συνήθως, η Ελλάδα απουσιάζει και από αυτή την ιδεολογική διαμάχη, καθηλωμένη στη βολική ασφάλεια των πολιτικών της στερεοτύπων, επιλέγοντας να πορεύεται στο μέλλον με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν.

Ο συγγραφέας επιχειρεί να εισαγάγει στην εγχώρια πολιτική συζήτηση τη φιλελεύθερη οπτική, με άξονα τη σύνδεση του φιλελευθερισμού με τη σοσιαλδημοκρατία, την κοινωνία των πολιτών και τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες, υπογραμμίζοντας τις διαφορές του από τον σύγχρονο συντηρητισμό. Σκοπός του είναι να αποσαφηνίσει το πραγματικό περιεχόμενο του φιλελευθερισμού ως μιας ολοκληρωμένης πρότασης για την οικονομική ανάπτυξη, την πολιτική διακυβέρνηση και την κοινωνική συμβίωση στη νέα εποχή που ανατέλλει.


"Οι Αλήθειες για το Φιλελευθερισμό δεν είναι απλώς χρήσιμες. Είναι αναγκαίες σε ένα άνυδρο πλέον ιδεολογικό τοπίο."

Πάσχος Μανδραβέλης

κυκλοφορεί στα τέλη του μήνα

Παρασκευή, Μαΐου 02, 2008

ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού και οι διανοούμενοι






Richard Wolin, Η Γοητεία του Ανορθολογισμού- το ειδύλλιο της διανόησης με τον Φασισμό. Από τον Νίτσε στον μεταμοντερνισμό, εκδόσεις Πόλις, 2007.

Jonah Goldberg, Liberal-Fascism- the secret history of the American Left from Mussolini to the politics of meaning, Doubleday, 2007.

«Η φιλοσοφία πρέπει να είναι η αναζήτηση και όχι η κατοχή της αλήθειας.»

Leo Strauss

Η έλξη των διανοουμένων από την ολοκληρωτική σκέψη είναι ένα φαινόμενο που έχει απασχολήσει επανειλημμένα τους μελετητές της ιστορίας των πολιτικών ιδεών, με κορυφαίο ανάμεσά τους τον σπουδαίο πολιτικό φιλόσοφο Isaiah Berlin. Στη σύγχρονη πολιτική ιστορία είναι μακρά η παράδοση των διανοουμένων που παρείχαν ιδεολογική νομιμοποίηση σε αυταρχικά καθεστώτα και στήριξαν με τις απόψεις τους ολοκληρωτικές και εγκληματικές πρακτικές. Από τον υπαρξιστή φιλόσοφο Martin Heidegger, εμπνευστή του περίφημου ναζιστικού χαιρετισμού και τον θεμελιωτή του σύγχρονου πολιτικού κυνισμού Carl Schmitt, έως τον προπαγανδιστή της στρατευμένης σκέψης (sic) Jean-Paul Sartre και τους σύγχρονους απολογητές του «αντι-ιμπεριαλιστή» Saddam Hussein και των μεταμοντέρνων υπερασπιστών των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων του ισλαμικού φονταμενταλισμού, πλήθος «ανθρώπων των γραμμάτων» απορρίπτουν τον Ορθό Λόγο, τη κριτική σκέψη και τη διανοητική μετριοπάθεια και πρόθυμα προσδένονται στο άρμα του αλαζονικού δογματισμού και των πνευματικών εμμονών που οδηγούν στον μισάνθρωπο και εγκληματικό φανατισμό.

Ο αμερικανός Richard Wolin, καθηγητής Ιστορίας των Ιδεών στο πανεπιστήμιο City της Νέας Υόρκης και τακτικός αρθρογράφος στα περιοδικά New Republic και Dissent, ανατέμνει το φαινόμενο του «πειρασμού του ολοκληρωτισμού» (totalitarian temptation) με εξαιρετική μεθοδικότητα. Από το θεμελιωτή της αναλυτικής ψυχολογίας Carl Jung που υποστήριζε πως, «το άριο ασυνείδητο είναι πιο πλούσιο σε δυνατότητες απ’ ότι από το εβραϊκό», μέχρι τον πρόδρομο του «μετα-στρουκτουραλισμού» Georges Bataille, που χαρακτήριζε την ιδεολογία του ως «αριστερό φασισμό», ο Wolin προσεγγίζει το φαινόμενο της απόρριψης του Ορθού Λόγου και των αρχών του Διαφωτισμού και συνακόλουθα τους θεσμούς που συνδέονται με αυτές (δημοκρατία, ελεύθερη αγορά) από ένα σημαντικό μέρος της, κύρια κεντροευρωπαϊκής- διανόησης.

Ο αμερικανός δημοσιογράφος Jonah Goldberg, τακτικός αρθρογράφος σε έντυπα όπως το οι Los Angeles Times, o New Yorker και η Wall Street Journal. ακολουθεί μια διαφορετική προσέγγιση από τη μεθοδολογικά άρτια πραγματεία του Wolin, γράφοντας μία πολεμική, δηλαδή ένα έργο με πολιτική στόχευση και, ως εκ τούτου, αναπόφευκτα στις σελίδες του θα συναντήσει κάποιος ουκ ολίγες υπερβολές. Ο Goldberg ασχολείται με τις θεωρητικές ρίζες των αντιλήψεων της σύγχρονης αμερικανικής Αριστεράς, η «δημοκρατική» και «προοδευτική» ρητορική της οποίας δεν κατορθώνει να καλύψει τις αντιφιλελεύθερες και αυταρχικές τάσεις των διαφόρων ρευμάτων και εκπροσώπων της, απόρροια της μηχανιστικής-εργαλειακής προσέγγισης της πολιτικής που ακολουθούν και τη προτεραιότητα που αποδίδουν στο κράτος, τη κοινότητα και τις διάφορες συλλογικότητες έναντι των ατόμων. Διόλου τυχαία, ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από μία ομιλία του γνωστού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας H.G. Wells και το όραμά του τη δεκαετία του ’30, για μία προοδευτική, κολλεκτιβιστική ουτοπική κοινωνία που θα επιβληθεί από μια αυταρχική ελίτ- ένα «φωτισμένο ναζισμό», σύμφωνα με τα λεγόμενά του.

Παρά το γεγονός πως πρόκειται για ένα βιβλίο που γράφτηκε για τη πολιτική ζωή των ΗΠΑ, δεν είναι λίγες οι στιγμές που ο έλληνας αναγνώστης θα χαμογελάσει πικρά καθώς αναπόφευκτα θα προχωρήσει σε παραλληλισμούς με το πολιτικό-διανοητικό κλίμα της χώρας μας όπου υπό την ιδεολογική κυριαρχία μίας εν πολλοίς αντιφιλελεύθερης (αντι-ορθολογικής) Αριστεράς, όπου κάθε άποψη που διαφοροποιείται από τις δικές της αντιλήψεις χαρακτηρίζεται αυτόματα ως αντιδημοκρατική. Ο διάχυτος λαϊκισμός της πολιτικής επικοινωνίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο «ολοκληρωτισμός της γλώσσας».

Μία πιο προσεκτική παρατήρηση της στάσης αυτών των θιασωτών ολοκληρωτικών και αυταρχικών πολιτικών θεωριών οδηγεί στο συμπέρασμα πως μοιράζονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως η, περισσότερο ή λιγότερο, ανοικτή εχθρότητα προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία, ο ιδεολογικός, ενίοτε στρατευμένος, δογματισμός καθώς και ο πνευματικός ναρκισσισμός.

Ο ιστορικός Mark Lilla, στο έργο του The Reckless Mind- Intellectuals in Politics (Το Απρόσεκτο Μυαλό: Οι Διανοούμενοι στη Πολιτική) υποστηρίζει πως, η ροπή μεγάλου τμήματος της διανόησης προς αυταρχικές και ολοκληρωτικές απόψεις συνδέεται με την αντίληψη ότι, στο πλαίσιο της σύγχρονης φιλελεύθερης και πλουραλιστικής δημοκρατίας ο λόγος τους εμφανίζεται αποδυναμωμένος και σε κάθε περίπτωση μη δεσμευτικός καθώς η δημόσια σφαίρα των πολιτικών και δεσμευτικών για το κοινωνικό σύνολο επιλογών είναι περιορισμένη συγκριτικά με την ιδιωτική σφαίρα των ελεύθερων ατομικών επιλογών.

Ο Βολτέρος, αυτός ο επιφανής εκπρόσωπος του φιλελεύθερου αιώνα των φώτων, συνήθιζε να λέει πως η αβεβαιότητα είναι δυσάρεστη υπόθεση αλλά η βεβαιότητα είναι ηλιθιότητα. Και δυστυχώς σε αυτή τη κατηγορία κατατάσσεται μεγάλο μέρος της εγχώριας, κυρίως ακαδημαϊκής διανόησης, η πνευματική οκνηρία της οποίας- ενθαρρυμένης από τον «ιδρυματισμό» του κρατικού πανεπιστημίου- βολεύεται στην ασφάλεια των «κατεστημένων αντιλήψεων» (conventional wisdom) επιλέγοντας τη σύμπλευση με το κυρίαρχο (διάβαζε: αντιφιλελεύθερο) διανοητικό ρεύμα. Δεν είναι έπειτα να απορεί κανείς για τις φανερές δομικές αδυναμίες της χώρας μας να ακολουθήσει το δρόμο του αναγκαίου πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού. Και οι ευθύνες των ελλήνων διανοούμενων δεν είναι σε καμία περίπτωση αμελητέες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγνωση των παραπάνω δύο εξαιρετικών βιβλίων, αν μη τι άλλο, είναι μια καλή αφετηρία συζήτησης για όσους αναζητούν απαντήσεις (ή, σωστότερα, τις ορθές ερωτήσεις) πέρα από τη βολική- πλην όμως παραπλανητική- ασφάλεια των κυρίαρχων απόψεων.

* Δημοσιεύεται στο 9ο τεύχος του περιοδικού Presscode.